Διλήμματα Γονέων: Φροντιστήρια ή ιδιαίτερα;


Αγνή Μαριακάκη • Ψυχολόγος – Ερευνήτρια[από το περιοδικό PARENTS-ΜΑΡΤΙΟΣ 2010]

Οι ξένες γλώσσες σήμερα αποτελούν επένδυση για το μέλ­λον των παιδιών. Όλοι γνωρίζουμε ότι η επάρκεια μιας του­λάχιστον ξένης γλώσσας αποτελεί απαραίτητο εφόδιο για τη ζωή αλλά και για την επαγγελματική αποκατάσταση.

Στην εποχή μας είναι προϋπόθεση εξέλιξης και επιτυχίας. Με αυτό σαν δεδομένο ο προβληματισμός των γονέων γίνεται όλο και πιο έντονος. Ιδιαίτερα αυτόν τον καιρό αναρωτιούνται ποιός είναι ο ιδανικός τρόπος να μάθει μια ξένη γλώσσα το παι­δί τους. Τους προβληματίζει ο χρόνος εκμάθησης, το σύστημα εκμάθησης, το πόσες γλώσσες πρέπει να τελειοποιήσει το παι­δί τους, ταυτόχρονα ή όχι, και μάλιστα σε συνδυασμό με τα τόσα σχολικά καθήκοντα αλλά και τις εξωσχολικές δραστηριότητες. Σκέφτονται το οικονομικό κόστος αλλά και την ποιότητα της εκπαίδευσης, την σωστή κατάρτιση των καθηγητών και ποιό θα είναι στο τέλος αυτό που συνολικά θα αποκομίσει το παιδί τους. Αναρωτιούνται αν τελικά θα το έχουν ουσιαστικά βοηθήσει στη μετέπειτα πορεία του επενδύοντας σε χρόνο και σε χρήμα.

Η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με την υψηλότερη γλωσσομάθεια! Οι Έλληνες μαθαίνουν τελικά ξένες γλώσσες. Η γλωσσομάθεια των Ελλήνων ανάμεσα στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας είναι στατιστικώς αποδεδειγμένη από τελευταίες έρευνες που πρόσφατα έχουν δημοσιευτεί.

Παρόλο που το εκπαιδευτικό μας σύστημα προβλέπει υπο­χρεωτική εκμάθηση της ξένης γλώσσας ήδη από την πρωτο­βάθμια εκπαίδευση, αυτό φαίνεται να υπολειτουργεί και να μην είναι αποτελεσματικό, ούτε και αρκετό. Δεν υπάρχει δυνατότη­τα να πάρει ένας μαθητής την πιστοποίηση ξένης γλώσσας από το Δημόσιο Σχολείο. Έτσι έχουν καθιερωθεί δύο εξωσχολικοί θεσμοί: τα ιδιαίτερα μαθήματα και τα Φροντιστήρια-Σχολεία Ξένων Γλωσσών. Σε αυτές τις λύσεις καταφεύγει η συντριπτική πλειοψηφία των γονέων για να διασφαλίσει την εκμάθηση της γλώσσας. Ωστόσο ποιά είναι η σωστή επιλογή για το παιδί; Πώς θα μάθει καλύτερα και θα ωφεληθεί καλύτερα;

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΥ

Όλο και περισσότεροι γονείς καταλήγουν στην επιλογή του ιδιαίτερου μαθήματος, με τον δάσκαλο που έρχεται στο σπίτι. Είναι όμως αυτός ο ιδανικός τρόπος για να μάθει και να προχωρήσει το παιδί;

Οι γονείς εξυπηρετούνται με τον δάσκαλο που έρχεται στο σπίτι, διότι δεν έχουν την έγνοια του «πήγαινε κι έλα» από το σχολείο γλώσσας, δεν έχουν την έγνοια της παρακολούθησης του παιδιού στο σπίτι. Ο γονιός λέει «…φτάνει που έχω να πα­ρακολουθώ το παιδί σε τόσα μαθήματα στο σχολείο του, ας μην έχω να επιβλέπω και τα αγγλικά από πάνω…». Κι έτσι αναθέτει στο δάσκαλο που έρχεται στο σπίτι όλη αυτή τη φροντίδα. Επι­πλέον, σήμερα μπορεί να βρει έναν δάσκαλο με σχετικά χαμη­λό κόστος ώρας. Μπορεί να βρει έναν φοιτητή, έναν νέο από­φοιτο σχολής που ψάχνει δουλειά, κάποιον δάσκαλο που θέλει να συμπληρώσει το εισόδημά του, και που χρεώνουν σχετικά χαμηλά την ώρα τους.

Είναι όμως αυτή η σωστή λύση;

Ας δούμε μερικούς παράγοντες που πρέπει να αξιολογήσει ο γονιός προκειμένου να αποφασίσει πότε είναι απαραίτητος ο δάσκαλος στο σπίτι και πότε είναι απαραίτητο το σχολείο.

Η εξατομίκευση στο μάθημα.

Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του ιδιαίτερου μαθήμα­τος θεωρείται ότι είναι η εξατομικευμένη διδασκαλία, στις ανά­γκες του παιδιού. Ωστόσο αυτό αποτελεί δίκοπο μαχαίρι τελικά. Αυτό που συνηθέστερα συμβαίνει, ειδικά όταν ο δάσκαλος του ιδιαίτερου είναι άπειρος ή όχι σωστά καταρτισμένος, είναι να ορίζει το ίδιο το παιδί ένα ρυθμό εκμάθησης, ανάλογα με την επιμέλειά του. Δηλαδή το παιδί μαθαίνει τόσο γρήγορα και απο­τελεσματικά όσο επιμελές είναι το ίδιο. Ο δάσκαλος αναγκά­ζεται να ακολουθήσει το ρυθμό του, που συχνότερα είναι πιο αργός παρά πιο ταχύς.

Στις μικρές τάξεις των σχολείων γλώσσας, ο μαθητής θα αναγκαστεί να επιταχύνει το ρυθμό του, για να συμβαδίσει με την τάξη, και ο δάσκαλος θα εξασφαλίσει να μην έχει κενά, ή να καλύψει αυτά τα κενά με κάποιες έξτρα ώρες μελέτης. Η εξατομίκευση στο μάθημα είναι πλεονέκτημα του σχολείου γλώσσας, και είναι η τροχοπέδη στο ιδιαίτερο. Σε παλιότερα χρόνια ιδιαίτερα έκανε ο μαθητής που δεν τα πήγαινε καλά στο σχολείο. Σήμερα κάνει ιδιαίτερα συχνότερα ο μαθητής που βα­ριέται να διαβάσει ή που οι γονείς του δεν έχουν την δυνατότη­τα να τον πηγαινοφέρνουν στο σχολείο.

Ο ρυθμός του μαθήματος και ο σχεδιασμός των μαθημάτων.

Στο σχολείο, τον ρυθμό εκμάθησης τον καθορίζει ο δάσκα­λος. Την οργάνωση της ύλης μέσα στο σχολικό έτος την καθο­ρίζει το σύστημα του φροντιστηρίου που έχει μελετήσει ποιά πρέπει να είναι η διδακτέα ύλη για το έτος. Ο δάσκαλος του

ιδιαίτερου βαδίζει αυθαίρετα, χωρίς σχέδιο και χωρίς μαθησι­ακό πλάνο για τον μαθητή του. Αυτό που συνήθως κάνει είναι να ακολουθεί το σχεδιασμό μαθημάτων ενός κεντρικού βιβλί­ου που χρησιμοποιεί στο μάθημα. Αυτός όμως δεν είναι σχε­διασμός μαθησιακού πλάνου. Δεν μπορούμε να ακολουθούμε ένα βιβλίο απλά. Εκμάθηση γλώσσας σημαίνει γράφω, ακούω, μιλάω, συνθέτω, … Στο σχολείο αυτό επιτυγχάνεται από μια σύνθεση μαθησιακών διαδικασιών, κι όχι απλά από την παρα­κολούθηση ενός βιβλίου.

Η κατάρτιση και η εμπειρία του διδασκάλου.

Και πώς να καταρτίσει ο δάσκαλος του ιδιαίτερου μαθησιακά πλάνα, όταν στην πράξη δεν είναι καν ο ίδιος επαρκώς καταρτι­σμένος, κι απλά κατέχει να μιλά τη γλώσσα! Η πιστοποίηση ότι κάποιος κατέχει τη γλώσσα δεν τον κάνει και δάσκαλο, ούτε ικανό να τη διδάξει.

Ωστόσο, το ιδιαίτερο σήμερα είναι η εύκολη διέξοδος για χαρτζιλίκι ή για πρόσθετο εισόδημα για πάμπολλους γνώστες της Αγγλικής ή άλλων γλωσσών, που όμως καμιά σχέση δεν έχουν με τη διδασκαλία.

  • Δεν γνωρίζουν πώς να σχεδιάσουν ένα μάθημα αποτελεσμα­τικά.
  • Δεν γνωρίζουν τί μαθησιακούς στόχους να βάλουν για τη σχο­λική χρονιά.
  • Δεν γνωρίζουν πώς να ενθαρρύνουν το παιδί στην άμεση αφο­μοίωση.
  • Δεν γνωρίζουν πώς να καλύψουν και να δουλέψουν τις μαθη­σιακές αδυναμίες του παιδιού. Σίγουρα ξέρουν να του μάθουν παπαγαλία τα ανώμαλα ρήματα, αλλά είναι άραγε αυτό το ζητούμενο;

Αξίζει να αρκείται κανείς σε έναν φοιτητή ή σε έναν μή κα­ταρτισμένο, τυχαίο γνώστη της γλώσσας, όταν το ζητούμενο εί­ναι να αγαπήσει την ξένη γλώσσα, να τη νιώσει σωστά, να μπο­ρέσει να τη μιλήσει, και να πάρει τις αντίστοιχες πιστοποιήσεις;

Το εκπαιδευτικό σύστημα που ακολουθείται.

Συνήθως ένα σχολείο ακολουθεί ένα σύστημα. Το έχει ρα­φινάρει μέσα στο χρόνο, το έχει δουλέψει πάνω σε πολλά παιδιά, το έχει εξελίξει και το εξελίσσει κάθε χρόνο. Έχει σε αυτό συστηματοποιήσει την εμπειρία πάνω σε πολλά παιδιά, στη διάρκεια πολλών χρόνων. Έχει οδηγήσει αυτό το σύστημα πολλά παιδιά στο να πάρουν τα διπλώματα της ξένης γλώσσας. Στο ιδιαίτερο δεν υπάρχει καμιά τέτοια εμπειρία και κανένα τέ­τοιο σύστημα. Αντίθετα, δεν υπάρχει κανένα σύστημα, στην συ­ντριπτική πλειοψηφία των δασκάλων. Ασφαλώς υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά η μεγάλη πλειοψηφία δασκάλων ιδιαίτερου ούτε ακολουθεί ούτε εφαρμόζει κάποιο διδακτικό σύστημα ή διδακτική φιλοσοφία. Γι’ αυτό είναι σπανιότατες οι περιπτώσεις παιδιών που περνάνε τις εξετάσεις των διπλωμά­των γλώσσας έχοντας παρακολουθήσει αποκλειστικά και μόνο ιδιαίτερα, χωρίς να έχουν πάει ποτέ στο σχολείο γλώσσας.

Η αξία της ομάδας συμμαθητών.

Είναι πολύ σημαντικό να δώσουμε την κατάλληλη σημασία στην ομάδα των συμμαθητών, μαζί με τους οποίους μαθαίνει την ξένη γλώσσα το παιδί.

  • Μέσα στην τάξη το παιδί θα επιταχύνει την προσπάθειά του, γιατί η τάξη έχει ένα συνολικό δικό της ρυθμό στον οποίο θα προσαρμοστεί. Έχει μπροστά του τον καλύτερο μαθητή, αυτόν που τα καταφέρνει λίγο καλύτερα στα προφορικά, ή λίγο καλύτερα στην έκθεση, και πυροδοτείται η φιλοδοξία και η άμιλλα.
  • Μέσα στην τάξη το παιδί δεν θα βαρεθεί, γιατί έχει τους φί­λους του, μαθαίνει μαζί με την παρέα του.
  • Μέσα στην τάξη το παιδί εκτίθεται σε διάφορα μαθησιακά στυλ, μέσω των συμμαθητών του. Μαθαίνει λοιπόν με πολλα­πλούς τρόπους, ακούγοντας τους συμμαθητές του, μελετώ­ντας μαζί τους, κάνοντας εργασίες μαζί τους.
  • Μέσα στην τάξη θα δει το σωστό να επιβραβεύεται και το λάθος να διορθώνεται πολλές φορές, επαναληπτικά, στους συμμαθητές του, και δεν γίνεται λοιπόν να μην μάθει και να μην προχωρήσει.

Οι κοινωνικές δεξιότητες.

Το σχολείο δεν είναι απλά μάθηση και εκπαίδευση στην γνώ­ση. Είναι μάθηση και εκπαίδευση στην ίδια τη ζωή. Στο κοινω­νικό περιβάλλον του σχολείου γλώσσας το παιδί εκτίθεται στις ανθρώπινες σχέσεις και σε όλα τους τα στάδια. Μαθαίνει να συμμετέχει, να διακρίνεται, να διεκδικεί, να κάνει υπομονή, να ανέχεται, να διαπληκτίζεται και να συγχωρεί, να διαφωνεί και να τα ξαναβρίσκει, να εντάσσεται σε ένα σύνολο. Όλες αυτές είναι δεξιότητες για τη ζωή εξίσου ή και πιο σημαντικές από τα διπλώματα. Είναι τα χαρακτηριστικά που αύριο θα βοηθήσουν το παιδί να επιβιώσει στο επάγγελμά του, στη δική του οικογέ­νεια, με τους συνεργάτες, τους προϊσταμένους του. Το σχολείο είναι ο ιδανικός χώρος όπου μαθαίνει όλα αυτά τα μαθήματα με ασφάλεια, ενώ το ιδιαίτερο το απομονώνει, το «αποστειρώ­νει» από όλη αυτή τη μάθηση ζωής.

Πότε είναι λοιπόν απαραίτητο το ιδιαίτερο;

Σαφώς και υπάρχουν περιπτώσεις όπου το ιδιαίτερο είναι απαραίτητο. Είναι πολύτιμο και αξεπέραστο στις περιπτώσεις που το παιδί έχει σημαντικές μαθησιακές δυσκολίες, όπως εί­ναι οι βαριές μορφές δυσλεξίας ή άλλες ειδικές δυσκολίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως και πάλι ο γονιός καλό είναι να βρίσκει ειδικά εκπαιδευμένους ειδικούς και δασκάλους, για να εξασφαλίζει σωστή εκπαίδευση και επίβλεψη στο παιδί του.

Ειδικά, όταν οι γονείς αξιολογούν ένα σχολείο γλώσσας, πέρα από τις αίθουσες, το κτίριο, την τάξη, την προσβασιμότητα στο σπίτι, πρέπει να αξιολογούν τον επαγγελματισμό και την πείρα του διδακτικού προσωπικού, το πάθος και το ενδιαφέρον για το παιδί.

Κι ακόμα, τα εμπνευσμένα σχολεία γλωσσών, εκτός από την ξένη γλώσσα, μαθαίνουν τα παιδιά να σκέφτονται, να συγκε­ντρώνονται, να ιεραρχούν, να συνθέτουν, να συνεργάζονται. Να κατανοούν τους άλλους, να κάνουν φιλίες να συναγωνίζονται.

Γιατί οι ξένες γλώσσες είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο χτί­ζονται οι πιο ουσιαστικές ικανότητες για τη ζωή.

About these ads