Η Δύναμη Των Παραμυθιών – Η Δύναμη Της Αφήγησης


Μια αρχή μια ιστορία: «Η δύναμη της αφήγησης και η χρήση της»

του Στέφανου Κολοβού

Ότι οι άνθρωποι αρέσκονται ν’ ακούν ιστορίες, ούτε λόγος. Ακόμα καλύτερα, θα ’λεγα ότι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την αφήγηση περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο… Κι αν δυσπιστείτε, διαβάστε το παρακάτω:
«Υπάρχει ένας μύθος από την αρχαιότητα, την εποχή που ο Φίλιππος της Μακεδονίας πολιορκεί την Αθήνα: η Αθήνα βρίσκεται όντως σε δεινή κατάσταση και ο ρήτορας Δημάδης από το βήμα της αγοράς προσπαθεί να πείσει τους Αθηναίους πως κινδυνεύει η πατρίδα. Όμως κανείς δεν τον ακούει, όλοι φλυαρούν δυνατά. Ο λαός συχνά δεν ακούει τα κακά μαντάτα. Τότε ο Δημάδης αρχίζει να αφηγείται μια ιστορία:
‘‘Μια φορά κι έναν καιρό το χελιδόνι και το χέλι ξεκινούν για ένα μακρινό ταξίδι μαζί με τη θεά της Φύσης. Εκεί που περπατούν φτάνουν μπροστά σε ένα άγριο ποτάμι που τους κόβει το δρόμο. Το χέλι κολυμπώντας και το χελιδόνι πετώντας περνούν τον ποταμό’’.
Εδώ ο ρήτορας σταματάει την αφήγηση και τότε το πλήθος από κάτω που εν τω μεταξύ άκουγε την ιστορία, φωνάζει: ‘‘Και η θεά πώς πέρασε τον ποταμό;’’
Τότε ο Δημάδης τους λέει: ‘‘Μα σας ενδιαφέρει πώς πέρασε τον ποταμό η θεά κι όχι το ότι κινδυνεύει η πατρίδα σας;’’1

Είναι παράδοξος ο τρόπος που σταματά ο αφηγητής την ιστορία του, μ’ ένα αληθινό σχήμα λόγου που δεν έχει άλλο σκοπό από το να προκαλέσει το ενδιαφέρον του κοινού. Και το πετυχαίνει απόλυτα με μια μισή ιστορία, η οποία κάτι θέλει να πει σ’ ένα κοινό που σημειωτέον δεν απαρτίζεται από παιδιά, αλλά από ενήλικες.
Αλλά, ας έρθουμε για λίγο στις συνθήκες της στιγμής. Οι άνθρωποι είναι συναθροισμένοι στην αγορά κι ακούν τους ρήτορες που επισείουν με κάθε τρόπο τον εκ βορρά κίνδυνο. Η πατρίδα τους κινδυνεύει, τους λένε, αλλά εκείνοι ‘‘πέρα βρέχει’’! Αδιαφορούν· ποιος ξέρει τι έχουν ακούσει τ’ αυτιά τους, πόσες κινδυνολογίες, ώστε δεν δίνουν πια δεκάρα τσακιστή. Μόλις, όμως, εμφανιστεί κάποιος που αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει και πάει να τους αφηγηθεί μια ιστορία πραγματική, αλλάζει άρδην η στάση τους. Ο Δημάδης, σαν γνήσιος ρήτορας που είναι όχι μόνο έχει συνείδηση για τη δύναμη που ενέχει η αφήγηση, αλλά γνωρίζει πότε και πώς να τη χρησιμοποιεί. Αφηγούμενος μια ιστορία και σταματώντας απότομα την κατάλληλη στιγμή, κάνει τότε το ενδιαφέρον να αναδυθεί… Κι αυτό είναι που έχει σημασία.
Αν λοιπόν θέλει να μας πει κάτι αυτή η ιστορία είναι ότι ο τρόμος δεν είναι ικανός να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε κάποια πράγματα, ενώ η αφήγηση μπορεί. Η αφήγηση ενδιαφέρει πάντα, όχι μόνο τα παιδιά, αλλά και τους μεγάλους, τους γέρους, όλους.
Αλλά τι συμβαίνει; Γιατί οι άνθρωποι θέλγονται από τις ιστορίες; Άραγε θέλγονται από οποιαδήποτε ιστορία; Ασφαλώς όχι, διότι αν ήταν έτσι θα αρκούσε να ανεβαίνει κάποιος στο βήμα και να λέει ό,τι ιστορία του έρθει στο μυαλό, για να διδάξει τους άλλους και η ακρόαση θα ήταν εξασφαλισμένη. Αντίθετα μ’ ότι πιστεύεται, απαραίτητη προϋπόθεση δεν είναι ο διδακτισμός της ιστορίας αλλά να εμπεριέχει το στοιχείο της οικουμενικότητας, να ενδιαφέρει δηλαδή όσο γίνεται περισσότερους. Κι έχουν να πουν κάτι στους πολλούς μόνο οι ιστορίες που απευθύνονται με τρόπο στα αρχέγονα πάθη τους και βγάζουν στην επιφάνεια τους ασυνείδητους φόβους και τις αγωνίες τους. Τότε μπορούν να μαγεύουν και ταυτόχρονα να διδάσκουν.
Τα στοιχεία αυτά τα έχουν όχι μόνο τα σχήματα των ρητόρων, αλλά και οι αλληγορίες των μεγάλων μυστών, οι πιπεράτες μεταφορές κορυφαίων διανοητών, οι πανάρχαιοι μύθοι ή τα λαϊκά παραμύθια.
Ας δούμε όμως πώς συμβαίνει και οι ιστορίες τέρπουν και ταυτόχρονα διδάσκουν επιτελώντας το πολύτιμο έργο της αγωγής. Είναι γιατί υποβάλλουν στον ακροατή ένα νόημα που τον κάνει να αποκτά συνείδηση της ύπαρξής του. Είπαμε ότι οι ιστορίες ενδιαφέρουν όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως. Όμως στα παιδιά που δεν έχουν σχηματίσει ακόμη ολοκληρωμένη προσωπικότητα είναι ακόμα πιο σημαντικές, γιατί τους προσφέρουν τις εμπειρίες που τους  χρειάζονται για να αναπτυχθούν. Μέσα απ’ αυτές τις εμπειρίες το παιδί μαθαίνει να κατανοεί σταδιακά καλύτερα τον εαυτό του και έτσι γίνεται ικανότερο να κατανοεί καλύτερα τους άλλους και να δημιουργεί μαζί τους δεσμούς και σχέσεις όλο νόημα.
Όμως για να βρει κανείς βαθύτερο νόημα, πρέπει να γίνει ικανός να υπερβεί τα στενά όρια της εγωκεντρικής ύπαρξης και να πιστέψει πως η συμβολή του στη ζωή θα είναι σημαντική, αν όχι τώρα αμέσως, τουλάχιστον στο μέλλον. Αλλά για να συμβεί αυτό πρέπει να αναπτύξει τις εσωτερικές δυνάμεις του, ώστε τα συναισθήματά του, η φαντασία και η νόησή του να αλληλοστηρίζονται και να εμπλουτίζονται αμοιβαία.
Όμως  για να αποκτήσει τις εμπειρίες αυτές το παιδί θα πρέπει η ιστορία να κρατήσει το ενδιαφέρον του, και για να συμβεί αυτό πρέπει να το διασκεδάζει και να ξυπνά την περιέργειά του.
Αυτό, καλύτερα το επιτυγχάνουν αναμφισβήτητα τα παραμύθια τα οποία, έχοντας πολύ βαθύτερη σημασία απ’ όλες τις μορφές ιστοριών, αρχίζουν από εκεί που πραγματικά βρίσκεται το συναισθηματικό είναι του παιδιού. Τα παραμύθια παίρνουν πολύ σοβαρά τα υπαρξιακά άγχη και τα διλήμματα και απευθύνονται  άμεσα σ’ αυτά. Επιπλέον, προσφέρουν τόσο προσωρινές όσο και διαρκείς λύσεις με τρόπους που αντιστοιχούν στο εσωτερικό επίπεδο του παιδιού. Ξέρουν να διαπραγματεύονται με τρόπο μοναδικό τα οικουμενικά προβλήματα που απασχολούν το μυαλό του παιδιού. Όπως επισημαίνει ο Μπ. Μπετελχάιμ, ‘‘τα παραμύθια μιλούν στο εκκολαπτόμενο Εγώ τους και ενθαρρύνουν την ανάπτυξή του. Καθώς οι ιστορίες ξετυλίγονται, ενσαρκώνοντας τις πιέσεις του Εκείνου, επιτρέπουν την αναγνώρισή τους και δείχνουν δρόμους για την ικανοποίηση των πιέσεων που ευθυγραμμίζονται με τις απαιτήσεις του Εγώ και του Υπερεγώ’’.2
Όμως τα λαϊκά παραμύθια, όντας προϊόν παραδοσιακών κοινωνιών καθώς και άλλων εποχών, δεν είναι ξεπερασμένα; πώς μπορούν να απηχούν στην ψυχοσύνθεση του σύγχρονου ανθρώπου; Είναι αλήθεια ότι σ’ ένα πρώτο επίπεδο τα παραμύθια αυτά διδάσκουν ελάχιστα πράγματα για τις ειδικές συνθήκες της ζωής στη σύγχρονη μαζική κοινωνία, αφού δημιουργήθηκαν προτού αυτή υπάρξει. Όμως, από αυτά μπορούμε να μάθουμε πολύ περισσότερα για τα εσωτερικά προβλήματα των ανθρώπων και για τις σωστές λύσεις στις δυσκολίες τους σε κάθε κοινωνία απ’ όσα μπορούμε να μάθουμε από οποιοδήποτε άλλο είδος ιστοριών κατανοητών στο παιδί. Αφού το παιδί σε κάθε στιγμή της ζωής του είναι εκτεθειμένο στην κοινωνία στην οποία ζει, σίγουρα θα μάθει να αντιμετωπίζει τις συνθήκες της, με την προϋπόθεση ότι του το επιτρέπουν οι εσωτερικές του δυνάμεις. Τις απαραίτητες εσωτερικές δυνάμεις του παιδιού αναπτύσσουν θαυμάσια τα παραμύθια, διότι με τις απτές ιδέες και παραστάσεις που δίνουν, προσφέρουν ταυτίσεις, βάζουν τάξη στο στρόβιλο των συναισθημάτων και στον ψυχικό του κόσμο, και του παρέχουν έμμεσα και με λεπτό τρόπο την ηθική διαπαιδαγώγηση που έχει ανάγκη.
Μάλιστα για να συντελούνται πιο εύκολα οι ταυτίσεις τα πρόσωπα δεν είναι, δεν πρέπει να είναι ποτέ αμφιθυμικά ή διφορούμενα. Ένα πρόσωπο είναι είτε καλό είτε κακό, ποτέ κάτι ενδιάμεσο.  Κι αυτή η πόλωση στην παρουσίαση των χαρακτήρων επιτρέπει στο παιδί να κατανοήσει εύκολα τη μεταξύ τους διαφορά, πράγμα που θα δυσκολευόταν να κάνει, αν τα πρόσωπα ήταν πιο κοντά στη ζωή, με όλες τις πολυπλοκότητες που χαρακτηρίζουν τους πραγματικούς ανθρώπους. Τα διφορούμενα πρέπει να περιμένουν μέχρις ότου το παιδί αποκτήσει σχετικά στέρεη προσωπικότητα στη βάση θετικών ταυτίσεων. Τότε έχει τις βάσεις να καταλάβει ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους και επομένως πρέπει να επιλέξει μόνο του ποιος θέλει να είναι. Η βασική απόφαση, πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί ολόκληρη η μεταγενέστερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, διευκολύνεται από τις πολώσεις των παραμυθιών.
Επιπλέον, οι επιλογές του παιδιού στηρίζονται όχι τόσο στο σωστό έναντι του λανθασμένου, αλλά κυρίως στο ποιο πρόσωπο του είναι συμπαθητικό και ποιο αντιπαθητικό. Όσο ποιο απλός και ευθύς είναι ένας καλός χαρακτήρας, τόσο ευκολότερο είναι να ταυτιστεί το παιδί μαζί του και να απορρίψει τον κακό. Ταυτίζεται με τον καλό ήρωα όχι λόγω της καλοσύνης του, αλλά επειδή η κατάσταση του ήρωα ασκεί πάνω του βαθιά έλξη. Το ερώτημα για το παιδί δεν είναι «Θέλω να είμαι καλός;» αλλά «Σε ποιον θέλω να μοιάσω;» Και παίρνει την απόφαση προβάλλοντας με όλη του την καρδιά τον εαυτό του σ’ ένα χαρακτήρα. Αν το πρόσωπο του παραμυθιού είναι ένα πολύ καλό άτομο, τότε το παιδί αποφασίζει ότι θέλει και αυτό να είναι καλό.
Χάρη σ’ αυτή την απλή λειτουργία των παραμυθιών γαλουχήθηκαν και μεγάλωσαν γενιές και γενιές ανθρώπων. Από το στόμα ης γιαγιάς ή του παππού, του παραμυθά του οικογενειακού κύκλου κρέμονταν μαγεμένα τα παιδιά γύρω από το τζάκι τις μακριές κρύες νύχτες του χειμώνα ή στην αυλή του σπιτιού τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού, μέχρι να βαρύνουν τα βλέφαρα απ’ τη νύστα και να παραδοθούν γλυκά σ’ ένα βαθύ ύπνο, ανάλαφρο ωστόσο, γιατί το συντρόφευε ο παρηγορητικός λόγος του παραμυθιού.
Εκτός από τον ψυχαγωγικό τους χαρακτήρα τα παραμύθια συχνά μυούσαν τα νεαρά μέλη στις κοινωνικές λειτουργίες και στα μυστικά της ζωής. Έτσι, μέσα από την αφήγηση φανταστικών μαγικών ή ευτράπελων ιστοριών δένονταν οι ψυχές των ανθρώπων, η πολιτιστική κληρονομιά μεταβιβαζόταν από τους παλιότερους στους νεότερους και η παράδοση έπαιζε το συνεκτικό της ρόλο στη διατήρηση και συνέχιση του πολιτισμού. Τα παραμύθια και οι ιστορίες γενικότερα ήταν παλιότερα βασικό μέσο ψυχαγωγίας τόσο των παιδιών όσο και των μεγάλων.
Όμως αυτοί οι κώδικες επικοινωνίας έχουν διαταραχτεί πλέον στις μέρες μας. Μεγάλες αλλαγές συντελέστηκαν τα τελευταία πενήντα χρόνια στην κοινωνική ζωή: η μετανάστευση ερήμωσε την ύπαιθρο, η τεχνολογία διευκόλυνε την ανθρώπινη ζωή αλλά έφερε και την απομόνωση, η οικογένεια έγινε πυρηνική ή διασπάστηκε και τα νέα ήθη απορρύθμισαν τις παραδοσιακές λειτουργίες. Οι μεγάλοι είναι παραδομένοι στον αγχώδη αγώνα της επιβίωσης και το ρόλο της γιαγιάς κατέλαβε η …τηλεόραση μ’ ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τα παιδιά περνούν πολλή ώρα ουσιαστικά μόνα τους κι έτσι μοναχικά τα στέλνουμε συνήθως για ύπνο, χωρίς να τα συνοδεύει το γλυκό χάδι του παραμυθιού.
Μαζί με τους παλιούς που φεύγουν χάνεται και η προφορική παράδοση των παραμυθιών. Όσα απ’ αυτά κατέγραψαν ακούραστοι ερευνητές υπάρχουν πλέον μέσα στα βιβλία: συλλογές παραμυθιών, αλλά και μεμονωμένα παραμύθια επιμελώς εικονογραφημένα, πλήθος παραλλαγών, διασκευών, ιστορίες δημιουργών αλλά και παραμύθια των λαών του κόσμου καταλαμβάνουν περίοπτη θέση στην παιδική λογοτεχνία και είναι στη διάθεση γονιών, δασκάλων και γενικώς όσων έχουν τη φροντίδα των παιδιών. Συχνά χαρίζουμε στα παιδιά λογοτεχνικά βιβλία και στα σχολεία οι δάσκαλοι διαβάζουν τακτικά στα παιδιά αποσπάσματα αφηγήσεων από τα ανθολόγια συνήθως και σπανιότερα ολόκληρα βιβλία από τις σχολικές βιβλιοθήκες.
Όλ’ αυτά είναι βέβαια καλά και άγια, αλλά δεν είναι παρά ανάγνωση παραμυθιών που έχουν στόχο συνήθως να κομίσουν ένα ‘‘μήνυμα’’. Κι από τη στιγμή που το παραμύθι γίνεται ανάγνωση ενός σταθερού και συγκεκριμένου κειμένου χάνει την παραδοσιακή επικοινωνιακή του λειτουργία που του επέτρεπε να λειτουργεί ως γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ του παραμυθά και του ακροατηρίου.
Παλιότερα μικροί και μεγάλοι όταν άκουγαν τον παραμυθά επενέβαιναν στη διήγηση ζητώντας αλλαγές, υποχρεώνοντάς τον ν’ ακολουθήσει συγκεκριμένα μονοπάτια διήγησης και να επιλέξει παραμύθια ή λύσεις που προτιμούσαν. Το παραμύθι τροφοδοτούσε πολλαπλάσια τη φαντασία, τη δημιουργικότητα  και τη  γλώσσα, έδενε τις γενιές κάτω από τη στέγη της κοινής ανθρώπινης μοίρας, όπως την αντιλαμβάνονταν και τη διαμόρφωναν από κοινού παλιότεροι και νεότεροι.
Η απώλεια της ισότιμης συμμετοχής στην επικοινωνία σημαίνει και την απώλεια ενός σημαντικού μέρους από την δύναμη του παραμυθιού. Το κενό που δημιούργησε η απουσία των φυσικών αφηγητών του παρελθόντος επισημαίνει η σύγχρονη έρευνα κι έρχεται να το καλύψει με τη συστηματική σπουδή του παραμυθιού και την ενθάρρυνση να  δημιουργηθούν νέοι παραμυθάδες.
Η μεταβίβαση της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί βασική λειτουργία για τη συνέχιση της κοινωνικής ζωής και τη συνοχή των κοινωνικών ομάδων. Γι’ αυτό άλλωστε κατέχει κυρίαρχη θέση στο έργο της αγωγής των νέων γενιών και της εκπαίδευσης που δεν είναι παρά η θεσμοθετημένη μορφή της. Όσοι λοιπόν έχουμε την ευθύνη της αγωγής των παιδιών οφείλουμε να εισάγουμε στο σπίτι, στο σχολείο, σ’ όλους τους χώρους όπου ζούμε κι εργαζόμαστε τη ζωντανή αφήγηση είτε καλώντας συχνά σύγχρονους παραμυθάδες είτε αποκτώντας οι ίδιοι τα μυστικά και την απαιτούμενη δεξιοτεχνία της αφήγησης.
Από αυτή την πλευρά μπορούν να αυξηθούν σημαντικά οι προοπτικές ηθικής διαπαιδαγώγησης. Αλλά και στη διδακτική σχολική πρακτική τεράστια θα είναι  η ωφέλεια, διότι το παραμύθι, χάρη στο φανταστικό του στοιχείο προσφέρεται όσο κανένα άλλο μέσο, ώστε να αυξηθούν οι δυνατότητες για την ανάπτυξη της σκέψης και της γλώσσας.
Πράγματι, το παραμύθι πέρα από τα άλλα οφέλη που προσφέρει, αποτελεί μοναδικό εργαλείο ανάπτυξης της προφορικής και της γραπτής έκφρασης, διότι όλα τα παιδιά ακόμα κι όταν δεν έχουν τις απαιτούμενες γνώσεις διαθέτουν μια φαντασία τόσο πλούσια που μπορεί να καλύψει οποιαδήποτε έλλειψη στον τομέα της έκφρασης.

Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα που θα πρέπει να μας απασχολήσει μια άλλη φορά…

1.Το περιστατικό αναφέρεται από τον Μισέλ Σερ σε μια συνέντευξή του στην «Ελευθεροτυπία» της 15ης Μαρτίου 2005.
2.Βλέπε στο έργο του Μπρούνο  Μπετελχάιμ «Η γοητεία των παραμυθιών», σ. 15 (εκδ. Γλάρος, 1995)

ΠΗΓΗ

Advertisements